κληματόφυλλο


κληματόφυλλο
[климатофилло] ома. о. виноградный лист,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κληματόφυλλο" в других словарях:

  • κληματόφυλλο — το φύλλο κλήματος, το φύλλο αμπέλου, αμπελόφυλλο …   Dictionary of Greek

  • κληματόφυλλο — το φύλλο του αμπελιού, αμπελόφυλλο: Για τους ντολμάδες χρησιμοποιούμε κληματόφυλλα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αμπελόφυλλο — το (Α ἀμπελόφυλλον) το φύλλο τής αμπέλου, κληματόφυλλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἄμπελος + φύλλον] …   Dictionary of Greek

  • οινάρεον — οἰνάρεον, τὸ (Α) (ποιητ. αντί οἴναρον) το φύλλο τής αμπέλου, το κληματόφυλλο …   Dictionary of Greek

  • οιναρέα — οἰναρέα, ἡ, και, κατά δ. γρφ., οἰνάρεον, τὸ (Α) [οίναρον] το φύλλο τής αμπέλου, το κληματόφυλλο …   Dictionary of Greek

  • φυλλάμπελον — τὸ, Α κληματόφυλλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < φύλλον + ἄμπελος] …   Dictionary of Greek

  • Σπαλίτσι, Άλντο — (Spalicci). Ιταλός ποιητής καιπολιτικός (Μπερτίνορο, Φορλί 1886 Πρε μιλκουόρε, Φορλί 1973). Συνελήφθηκε το 1943 εξαιτίας της αντιφασιστικής του δράσης και της συμμετοχής του στην αντίσταση. Με τη λήξη του πόλεμου εκλέχτηκε γερουσιαστής. Ήταν… …   Dictionary of Greek

  • ντολμάς — ο (λ. τουρκ.), γέμισμα, μείγμα από ρύζι και κιμά τυλιγμένο σε κληματόφυλλο ή λαχανόφυλλο, αλλ. σαρμάς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)